μπουναμούς
(επίθ.)
Πληθ.
μπουναμούσ̑α
[bunaˈmuʃa]
Σινασσ.
Από το ρ. επίθ. bunamış = γεροντικός, ξεμωραμένος.
Πβ.
μπουναντίζω
2. Ξεμωραμένος
Συνών.
μπουναντίζω :2
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025