ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μπουλασκίν (επίθ.) μπουλασ̑κίν [bulaˈʃkin] Αραβαν. Από το τουρκ. επίθ. bulaşkan = α) μεταδοτικός β) καβγατζής.
Φορτικός Αραβαν. : Ένα μπουλασ̑κι̂́ν ντιάβολος 'τουν, μ' ούλ-λα τα πατισ̑άχ̇ια ζάισ̑κε μουχαρεμπέ (Ένας φορτικός διάβολος ήταν, μ' όλους τους βασιλιάδες έκανε πόλεμο) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ.
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026