ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μπουλαντουρντίζω (ρ.) πουλανdουρντίζω [pulandurˈdizο] Φάρασ. Αόρ. πουλανdι̂́ρσα [pulanˈdɯrsa] Φλογ. Από το τουρκ. ρ. bulandırmak, αόρ. bulandırdı= κάνω κάτι να θολώσει.
Μτβ., θολώνω κάτι ό.π.τ. : Γιατ' qαρισ̑τι̂́ρ'σες και πουλανdι̂́ρ'σες ετό το νερό; (Γιατί ανακάτωσες και θόλωσες αυτό το νερό;) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 Συνών. θολώνω, μπουλαντίζω :1
Τροποποιήθηκε: 27/05/2026