ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μπουλασίκ (επίθ.) μπουλασι̂́κ [bulaˈsɯk ] Μαλακ., Τροχ. πουλασ̑ίχ̇ι [pulaˈʃɯxɯ] Φάρασ. Από το τουρκ. επίθ. bulaşık = α) βρώμικος β) ενοχλητικός, όπου και διαλεκτ. τύπ. bulaşıh.
1. Βρώμικος, ρυπαρός, άπλυτος ό.π.τ. Συνών. βρωμιάρης :1, κιοτού :3, κιρλί, μποκλούς, πίσι :5, ρυπωριέρης
2. Για άνθρωπο, ενοχλητικός Μαλακ., Τροχ.
Τροποποιήθηκε: 30/07/2025