κιρλί
(επίθ.)
κιρλί
[cirˈli]
Σίλατ.
κιρλού
[cirˈlu]
Ανακ., Μαλακ.
Πληθ.
κιρλούδια
[cirˈluðʝa]
Μαλακ.
Από το τουρκ. επίθ. kirli = βρώμικος.
Βρώμικος
ό.π.τ.
:
Έλα να λουστείς, κιρλού να μην είσαι
(Έλα να λουστείς, να μην είσαι βρώμικο)
Ανακ.
-Κωστ.Α.
Τασ̑ύ κιρλί μη είσαι, να μη Σιβώτ’ς κλάσ’ το κεφάλ’ σ’
(Να μην είσαι βρώμικος αύριο, για να μη σου κλάσει ο Σιφώτης το κεφάλι)
Σίλατ.
-Νίγδ.-Σταμ.
Συνών.
βρωμιάρης :1, κιοτού :3, μποκλούς
Τροποποιήθηκε: 18/01/2026