ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κισκά (ουσ. ουδ.) κισκά [ciˈska] Ανακ. qι̂σκά [qɯˈska] Μαλακ. Πληθ. γι̂σχάρια [ɣɯˈsxarʝa] Αραβαν. χουσχάρια [xuˈsxarʝa] Αραβαν. χι̂σ̑χάϊα [xɯˈʃxaja] Τροχ. Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. kıska = μικρό κρεμμύδι, βολβός κρεμμυδιού.
Μικρό κρεμμύδι, βολβός κρεμμυδιού που χρησιμοποιείται για φύτευση Ανακ., Αραβαν., Μαλακ.
β. Γενικότερα, κρεμμύδι Τροχ. : Ατό τρώισ̑κεν πολλά χι̂σ̑χάϊα και ξέβαλεν το κρομμύι (Αυτός έτρωγε πολλά κρεμμύδια και του βγήκε το παρατσούκλι ‘κρεμμύδι’ ) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1556
Τροποποιήθηκε: 27/10/2025