κισκά
(ουσ. ουδ.)
κισκά
[ciˈska]
Ανακ.
qι̂σκά
[qɯˈska]
Μαλακ.
Πληθ.
γι̂σχάρια
[ɣɯˈsxarʝa]
Αραβαν.
χουσχάρια
[xuˈsxarʝa]
Αραβαν.
χι̂σ̑χάϊα
[xɯˈʃxaja]
Τροχ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. kıska = μικρό κρεμμύδι, βολβός κρεμμυδιού.
Μικρό κρεμμύδι, βολβός κρεμμυδιού που χρησιμοποιείται για φύτευση
Ανακ., Αραβαν., Μαλακ.
β.
Γενικότερα, κρεμμύδι
Τροχ.
:
Ατό τρώισ̑κεν πολλά χι̂σ̑χάϊα και ξέβαλεν το κρομμύι
(Αυτός έτρωγε πολλά κρεμμύδια και του βγήκε το παρατσούκλι ‘κρεμμύδι’
)
Τροχ.
-ΙΛΝΕ 1556
Τροποποιήθηκε: 27/10/2025