κισιλίχι
(ουσ. ουδ.)
qι̂σ̑ιλίχι
[qɯʃiˈliçi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. επίθ. kışlık = χειμωνιάτικος.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025