ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κιριλντώ (ρ.) Αόρ. qι̂ρι̂́λσα [qɯˈrɯlsa] Τελμ. γίιλτ’σ̑α [ˈʝiiltʃa] Τροχ. Από το τουρκ. ρ. kırılmak = α) θραύομαι β) κουράζομαι, εξαντλούμαι γ) αποδυναμώνομαι δ) αποθαρρύνομαι ε) προσβάλλομαι.
Απαυδώ, κουράζομαι από κάτι : Εγώ απ’ τα φσ̑άχα γίιλτ’σ̑α (Εγώ από (αυτά εδώ) τα παιδιά απηύδησα) Τροχ. -ΙΛΝΕ 1555 Συνών. γιορουλντίζω, μπεζερντίζω, μπεζντώ, ουσαντίζω, πεστανίσκω
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025