κιρί
(ουσ. ουδ.)
Πληθ.
κιρίδια
[ciˈriðʝa]
Φλογ.
Πιθ. από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. kıra = τραχιά, σκληρή πέτρα (< αρμεν. k'ṙa(y), βλ. Tietze 2016: λ. kıra) και το παραγωγ. επίθ. -ί.
Μικρό χαλίκι
Πβ.
κουτσούδι :1
Τροποποιήθηκε: 12/02/2025