κιπρί
(ουσ. ουδ.)
κιπρί
[ciˈpri]
Αραβαν., Φλογ.
Πληθ.
κιπρίδια
[ciˈpriðʝa]
Φλογ.
Από το τουρκ. ουσ. kirpi = σκαντζόχοιρος, όπου και διαλεκτ. τύπ. kipri (THADS, λ. kipri I).
Σκαντζόχοιρος
ό.π.τ.
:
|| Ασμ.
Έχει και τα βοϊτίτσα τ' παράδεισου πουλίτσα | έχ' και το βερκένι τ' κιπρικιού καλέμι
(Έχει και τα βοδάκια του παράδεισου πουλάκια | έχει και την βουκέντρα του σκαντζόχοιρου αγκάθι)
Φλογ.
-ΙΛΝΕ 811
Συνών.
σιγράγκαθο :1, χοιράγκαθο
Τροποποιήθηκε: 07/09/2025