σιγράγκαθο
(ουσ. ουδ.)
σιγράgαθο
[siˈɣragaθo]
Από τα ουσ. σιγρί και αγκάθι και το παραγωγ. επίθμ. -ο.
2. Κόμι από το σίγρι, την τραγάκανθα
Σινασσ.
Συνών.
κουλλάντηρα :1, μελενγκίτς :3, μέλι, μελοκλάνταρο
Τροποποιήθηκε: 22/06/2025