ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

Κισκελής (επίθ.) Κισκελούς [cisceˈlus] Φάρασ. Από το τοπων. Κήσκα και το παραγωγ. επίθμ. -λής.
Ο κάτοικος του χωριού Κήσκα, στα περίχωρα των Φαράσων : || Ασμ. Ρωμοί Χριστεν' είμαστ' οι Βαρασ̑ωτοί, Κισκελούδες, Σατ͑ελούδες, Φκοσ̑ωτοί
Τζουχουρώτοι τσ̑αι 'τσ̑α οι Αφσαρώτοι τσ̑ιπ μας είμεστε ορτοί Βαρασ̑ωτοί
(Ρωμιοί Χριστιανοί είμαστε οι Φαρασιώτες και οι κάτοικοι από την Κήσκα, το Σατί, το Φκόσικαι το Τσουχούρι κι εκεί από το Αφσάρι είμαστε όλοι μας σωστοί Φαρασιώτες ) Φάρασ. -Θεοδ.Ιστ.
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026