ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μπουσουντίζω (ρ.) μπουσουνdίζω [busunˈdizo] Μαλακ. πουσουνdώ [pusunˈdo] Φλογ. Αόρ. μπουσούντ'σα [buˈsuntsa] Μαλακ. Από το τουρκ. διαλεκτ. ρ. pusunmak = βρίσκω καταφύγιο, πβ. και τουρκ. büzülmek = α) συρρικώνομαι β) μαζεύομαι από κρύο ή φόβο. Πβ. πουστιέω
Συμμαζεύομαι σε μια γωνιά ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 21/12/2025