μπουσουντίζω
(ρ.)
μπουσουνdίζω
[busunˈdizo]
Μαλακ.
πουσουνdώ
[pusunˈdo]
Φλογ.
Αόρ.
μπουσούντ'σα
[buˈsuntsa]
Μαλακ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ρ. pusunmak = βρίσκω καταφύγιο, πβ. και τουρκ. büzülmek = α) συρρικώνομαι β) μαζεύομαι από κρύο ή φόβο.
Πβ.
πουστιέω
Συμμαζεύομαι σε μια γωνιά
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 21/12/2025