μπουχαρί
(ουσ. ουδ.)
πουχαρί
[puxaˈri]
Μισθ.
πουχαΐρ'
[puxaˈir]
Ποτάμ., Τζαλ., Φλογ.
πουγαΐρ
[puɣaˈir]
Μαλακ.
πουχάρι
[puˈxari]
Φκόσ.
Πληθ.
μπουχαριά
[buxaˈrʝa]
Σίλ.
Από το τουρκ. (< περσ.) διαλεκτ. ουσ. buhari = καπνοδόχος, όπου και διαλεκτ. τύπ. puhari (Tietze 2016, λ. buhari, THADS, λ. puhari). Πβ. και λ. μπουχαρί σε διάφορα ιδιώμ. Ηπ. Μακεδ. κ.α.
β.
Δωμάτιο όπου βρίσκεται το τζάκι
Ποτάμ., Τζαλ.
:
Το τ͑ουνdουρόσ̑ειλο, ύστερα του μέσης το σπίτ’, ύστερα το πουχαΐρ’ που ήταν στρωμένο
(Το δωμάτιο με το ταντούρι, ύστερα το μεσαίο δωμάτιο, ύστερα το δωμάτιο με το τζάκι, που ήταν στρωμένο
)
Ποτάμ.
-ΚΜΣ-ΚΠ322
Τροποποιήθηκε: 23/12/2025