ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ντιρεκώνω (ρ.) ντϋρακώνου [dyraˈkonu] Μισθ. Μτχ. ντϋρακουμένου [dyrakuˈmenu] Μισθ. Από το ουσ. ντιρέκι, όπου και τύπ. ντϋρα̈́τσ’, και το παραγωγ. επίθμ. -ώνω.
Στήνω κάτι όρθιο : Ντϋράκου ντου γκοβντά σ’ (Στήσε όρθιο το κορμί σου) Μισθ. -Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 11/06/2026