ντινγκίλι (I)
(ουσ. ουδ.)
ντινgίλ'
[diŋˈɟil]
Μισθ.
ντιgίλ’
[diˈɟil]
Αξ., Τροχ.
Από το τουρκ. ουσ. dingil = α) άξονας β) σιρίτι γ) χρυσοποίκιλτο φέσι (Tietze 2016, λ. dingil Ι, THADS, λ. dingil VII, VIII).
1. Δερμάτινη λωρίδα πρόσδεσης ζώου, στολισμένη με χάντρες
Μισθ.
2. Άξονας του αραμπά
Αξ., Τροχ.
:
Μπαίνισ̑καμ’ ’ς το βάλτο· γούπες απι’ώ απεκεί, χάλαγαν τα ντιgίλια
(Μπαίναμε στην περιοχή του βάλτου (με τις άμαξες)· λακκούβες αποδώ κι αποκεί, χάλαγαν οι άξονες)
Αξ.
-ΙΛΝΕ 1556
Συνών.
αμαξόνα, τροχιλιά :2, Πβ.
μαζί :1
Τροποποιήθηκε: 05/06/2025