ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ντιλμέ (ουσ. ουδ.) Πληθ. ντιλμέδια [dilˈmeðʝa] Σινασσ. τιλμέδια [tilˈmeðʝa] Σινασσ. Από το τουρκ. ουσ. dilme = κόψιμο σε φέτες.
Κομμάτι : Παίρουν ένα τόπ' μεταξωτό, το κόφτουν τιλμέδια τιλμέδια (Παίρνουν ένα τόπι μετάξι, το κόβουν κομμάτια κομμάτια) Σινασσ. -Λεύκωμα Συνών. κόμμα, μπελίκι :2, ντιλίμι
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025