ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ντίλευμα (ουσ. ουδ.) τίλευμα [ˈtilevma] Φλογ. Από το ρ. ντιλεύω (Ι), όπου και τύπ. τιλεύω, και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Εκτροφή, διατροφή, συντήρηση : Το τίλευμα ζόρ' ναι (Η εκτροφή (ενός ζώου) είναι δύσκολο πράγμα) Φλογ. -ΙΛΝΕ 811
Τροποποιήθηκε: 11/06/2026