ντινγκίλι (II)
(ουσ. ουδ.)
ντινgίλ'
[diŋˈɟil]
Ανακ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. diñgil = μικρό καλάθι (THADS, λ. dıngıl II, diñgil VII).
Μεγάλο κοφίνι για το μάζεμα καρπών
Ανακ.
Τροποποιήθηκε: 09/07/2026