ντιρέκωμα
(ουσ. ουδ.)
ντϋράκουμα
[dyˈrakuma]
Μισθ.
Από το ρ. ντιρεκώνω, όπου και τύπ. ντιουρακώνου, και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Στύση πέους
Τροποποιήθηκε: 11/06/2026