ντογιουτιρτίζω
(ρ.)
ντογιουτϋρτίζω
[doʝutyrˈtizo]
Μαλακ.
τöγιουστουρτώ
[tøʝusturʹto]
Φλογ.
Αόρ.
ντογιτΰρσα
[doʝiˈtyrsa]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ρ. dövündürmek = κάνω κάποιον να μαλώσει (Redhouse).
Παρακινώ κάποιον να μαλώσει ή να δείρει
ό.π.τ.
:
|| Φρ.
Το κ’θάρ’ με το άλογο τöγιουστϋρτέ τα
(Βάζει το άλογο με το κριθάρι να μαλώσουν μεταξύ τους˙ σπέρνει διχόνοια μεταξύ συγγενών)
Φλογ.
-ΚΕΕΛ 1361
Τροποποιήθηκε: 11/06/2026