ουζατιρτίζω
(ρ.)
ουζατι̂ρτίζω
[uzandirˈtizo]
Μαλακ.
Αόρ.
ουζατι̂́ρ'σα
[uzaˈtursa]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ρ. uzandırmak = κάνω κάποιον να εκταθεί.
Επιμηκύνω, παρατείνω
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025