ουζούνης
(επίθ.)
ουζούνης
[uˈzunis]
Σίλ.
ουζούν
[uˈzun]
Μισθ., Ουλαγ., Σίλ.
Θηλ.
ουζούνισσα
[uˈzunisa]
Σίλ.
Από το τουρκ. επίθ. uzun = α) ψηλός β) μακρύς.
1. Ψηλός
ό.π.τ.
:
Ουζούν σερνικός
(Ψηλός άνδρας)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Πολύ ουζούνης ε'
(Είναι πολύ ψηλός)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
Έρσ̑ιτι εις οκαλούς ντελι̂́γανους, ουζούν, μποϊλούς
(Έρχεται ένας εξαιρετικός νέος, ψηλός, με παράστημα)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ5
Συνών.
μακρύς :2, μέγας, ντιρέκι :3, ξυμυτός :3, ψηλός
2. Μακρύς
Ουλαγ., Σίλ.
:
Απ' τα ουζούνια τ' ντα μαλλιά έκοψε 'να τέλ’
(Απ' τα μακρυά μαλλιά της έκοψε μιά τρίχα)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Απιριού του σάπιν dου πολύ ουζούν 'ναι
(Το κοτσάνι του αχλαδιού είναι πολύ μακρύ)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Αυτό κουκουνιό γούργουρους ουζούνης ε
(Αυτός ο κόκκορας έχει μακρύ λαιμό)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
Συνών.
μακρύς :1
Τροποποιήθηκε: 23/07/2025