ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ουλαστιρντίζω (ρ.) ουλασ̑τουρντίζου [ulaʃturˈdizu] Φάρασ. ουλασ̑τι̂ρτίζω [ulaʃtɯrˈtizo] Μαλακ. ουλασ̑τι̂ρτώ [ulaʃtɯrˈto] Φλογ. Αόρ. ουλασ̑τι̂́ρ'σα [ulaˈʃtɯrsa] Μαλακ. Από το τουρκ. ρ. ulaştırmak = μεταβιβάζω, μεταφέρω.
1. Προλαβαίνω Φάρασ.
2. Mεταφέρω πληροφορίες : ’φόν φωτίσ̑’ ουλασ̑τι̂ρτά τα σο άπλα τ’ (Μόλις ξημέρωσε μεταφέρει (τα λόγια) στην κυρά του) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025