ουλσούν
(επίρρ.)
ουλσούν
[ulˈsun]
Αξ.
Από τον τουρκ. ρηματ. τύπ. olsun = ας είναι, έστω.
Μόνο στην φρ. ουλσούν ουλσούν, σιγά σιγά
Συνών.
γιαβάς :1
Τροποποιήθηκε: 15/10/2025