ουμμά
(ουσ. ουδ.)
ουμ-μά
[umˈma]
Αξ.
Από το τουρκ. ουσ. emme = θηλασμός.
1. Θηλασμός
Συνών.
βύζαμα
2. Μαστός, βυζί
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025