ουλάτισμα
(ουσ. ουδ.)
ουλάτισμα
[uˈlatizma]
Φάρασ.
ουλάτημα
[uˈlatima]
Μαλακ.
Από το ρ. ουλατίζω και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
2. Σύνδεση
Μαλακ.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2024