ουκσούκ
(ουσ. ουδ.)
ουκσούκ
[u'ksuk]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ουσ. yüksük = δαχτυλήθρα, όπου και διαλεκτ. τύπ. üskük (< *üksük, Eren 1999: λ. yüksük).
Δαχτυλήθρα
Συνών.
δαχτυλήθρα :1, δαχτυλίδι :2
Τροποποιήθηκε: 20/03/2025