ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ουιντουρντίζω (ρ.) ουγντουρντίζου [uɣdurˈdizu] Φάρασ. ουιdουρντίζω [uidurˈdizo] Αφσάρ. ουγιτουρτίζω [uʝiˈturtizo] Μαλακ. ουιdουρντάω [uidurˈdao] Φάρασ. ουγντουρντάου [uɣdurˈdau] Φάρασ. ουγιτούρ'σα [uʝiˈtursa] Μαλακ. Από τον αόρ. του τουρκ. ρ. uydurmak = α) εφευρίσκω β) καταφέρνω γ) διαφθείρω δ) τακτοποιώ.
1. Τακτοποιώ Αφσάρ., Φάρασ. Συνών. γερλεστιρντίζω :2, ορθώνω :4, πακλατίζω :2, πανασηκώνω :1
2. Ταιριάζω, προσαρμόζω Μαλακ.
3. Συναρμολογώ, συνδέω, αρμολογώ Φάρασ. Συνών. καβουστίζω :2, μπιρλεστιρτίζω , μπιτιστίζω, ουλατίζω :1
Τροποποιήθηκε: 07/07/2026