ουιντουρντίζω
(ρ.)
ουγντουρντίζου
[uɣdurˈdizu]
Φάρασ.
ουιdουρντίζω
[uidurˈdizo]
Αφσάρ.
ουγιτουρτίζω
[uʝiˈturtizo]
Μαλακ.
ουιdουρντάω
[uidurˈdao]
Φάρασ.
ουγντουρντάου
[uɣdurˈdau]
Φάρασ.
ουγιτούρ'σα
[uʝiˈtursa]
Μαλακ.
Από τον αόρ. του τουρκ. ρ. uydurmak = α) εφευρίσκω β) καταφέρνω γ) διαφθείρω δ) τακτοποιώ.
2. Ταιριάζω, προσαρμόζω
Μαλακ.
3. Συναρμολογώ, συνδέω, αρμολογώ
Φάρασ.
Συνών.
καβουστίζω :2, μπιρλεστιρτίζω , μπιτιστίζω, ουλατίζω :1
Τροποποιήθηκε: 07/07/2026