ουλαστιέσιμα
(ουσ. ουδ.)
ουλασ̑τιέσιμα
[ulaʃˈtiesima]
Φάρασ.
Από το ρ. ουλαστίζω, και το παραγωγ. επίθμ. -σιμο, όπου και τύπ. -σιμα.
Πρόληψη
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025