φράγω
(ρ.)
φράγω
[ˈfraɣo]
Μαλακ.
Από το αρχ. ρ. φράσσω, πβ. και νεότ. ρ. φράζω.
Κλείνω, φράζω
Συνών.
φραγμώνω
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026