φούντι
(ουσ. ουδ.)
Πληθ.
φούντια
[ˈfundʝa]
Σινασσ.
Από το μεσν. ουσ. φούντης = πάτος, το οπ. από το λατιν. ουσ. fundus (LBG). Η λ. σε πολλά ν.ε. ιδιώμ.
Σανιδένιο καπάκι βαρελιού
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026