φεγάν
(ουσ. ουδ.)
φεγάν
[feˈɣan]
Σινασσ.
Από το τουρκ. ουσ. figân (< περσ. fiġān), όπου και διαλεκτ. τύπ. fäğan = κλάμα.
Κλάμα
Τροποποιήθηκε: 10/01/2026