φαρσί
(ουσ. ουδ.)
φαρσί
[far'si]
Γούρδ., Σίλατ., Φλογ.
φαρσ̑ί
[far'ʃi]
Ανακ., Αραβαν., Δίλ., Μαλακ., Φλογ.
φαρτσ̑ί
[farˈtʃi]
Αξ., Μισθ.
Πληθ.
φαρσ̑ά
[far'ʃa]
Σινασσ., Φερτάκ., Φλογ.
φαρτσ̑ά
[farʹtʃa]
Μισθ.
Από το μεσν. ουσ. φαρσίον = κομμάτι ύφασμα.
1. Σπάργανο μωρού
ό.π.τ.
:
Σάρντανάμ' ντο σα φαρσ̑ά
(Το τυλίγαμε στις φασκιές)
Φλογ.
-ΚΜΣ-ΚΠ190α
Συνών.
ζωνάρι :3, κουντάκι :2, μπαγουλντάχ, φάσκα
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026