ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

φαρσί (ουσ. ουδ.) φαρσί [far'si] Γούρδ., Σίλατ., Φλογ. φαρσ̑ί [far'ʃi] Ανακ., Αραβαν., Δίλ., Μαλακ., Φλογ. φαρτσ̑ί [farˈtʃi] Αξ., Μισθ. Πληθ. φαρσ̑ά [far'ʃa] Σινασσ., Φερτάκ., Φλογ. φαρτσ̑ά [farʹtʃa] Μισθ. Από το μεσν. ουσ. φαρσίον = κομμάτι ύφασμα.
1. Σπάργανο μωρού ό.π.τ. : Σάρντανάμ' ντο σα φαρσ̑ά (Το τυλίγαμε στις φασκιές) Φλογ. -ΚΜΣ-ΚΠ190α Συνών. ζωνάρι :3, κουντάκι :2, μπαγουλντάχ, φάσκα
2. Πανί Αξ. Συνών. πανί
3. Άπλυτα ενδύματα Φερτάκ. Συνών. τσόλι :1
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026