ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

φάσκα (ουσ. θηλ.) φάσκα [ˈfaska] Σίλ., Τελμ. Αντιδάν. από το τουρκ. faska = φασκιά < μεταγν. φασκία.
Φασκιά ό.π.τ. : Φέρ' τση φάσκαν ντου (Φέρε την φασκιά του) Σίλ. -Κωστ.Σ. Σου μικρού ση φάσκα βάλουν σεκέρια (Στου μικρού την φασκιά βάζουν γλυκά (ώστε να τα βρει το μεγαλύτερο παιδί και να πάψει να ζηλεύει το μικρότερο) Τελμ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Συνών. ζωνάρι :3, κουντάκι :2, μπαγουλντάχ, φαρσί :1
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026