φεγγίτης
(ουσ. αρσ.)
φεγγίτης
[feŋˈɟitis]
Γούρδ.
Μεταγν. ουσ. φεγγίτης = αυτός που δίνει φως.
Φεγγίτης
Πβ.
κάπνη
Τροποποιήθηκε: 28/05/2026