νουφούσι
(ουσ. ουδ.)
νοφούσι
[noˈfusi]
Σινασσ.
νουφούζι
[nuʹfuzi]
Φάρασ.
Από την τουρκ. φρ. nüfus cüzdanı = ταυτότητα, με παράλειψη της δεύτερης λέξης. Η λ. σε πολλά ν.ε. ιδιώμ.
Ταυτότητα
:
Πήνι σην Άdανα με χώρας νουφούζι
(Πήγε στα Άδανα με ξένη ταυτότητα)
Φάρασ.
-ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Τροποποιήθηκε: 23/02/2026