ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

νουφούσι (ουσ. ουδ.) νοφούσι [noˈfusi] Σινασσ. νουφούζι [nuʹfuzi] Φάρασ. Από την τουρκ. φρ. nüfus cüzdanı = ταυτότητα, με παράλειψη της δεύτερης λέξης. Η λ. σε πολλά ν.ε. ιδιώμ.
Ταυτότητα : Πήνι σην Άdανα με χώρας νουφούζι (Πήγε στα Άδανα με ξένη ταυτότητα) Φάρασ. -ΚΜΣ-ΚΠ344Β
Τροποποιήθηκε: 23/02/2026