ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μουδούρης (ουσ. αρσ.) μουδούρης [muˈðuris] Φκόσ. μουdούρης [muˈduris] Μισθ., Σατ. μουτούρης [muˈturis] Σατ. μουτούρ' [muˈtur] Φάρασ. Aπό το τουρκ. (< αραβ.) ουσ. müdir ή müdür. Πβ. το ν.ε. διαλεκτ. μουδίρης, μουδούρης.
Tούρκος τοπικός διοικητής, έπαρχος ό.π.τ. : Τζαι μο του μουτούρη το ιζίνι (Και με την άδεια του επάρχου) Φάρασ. -Παπαδ. O μεχτάρ' πήεν σο Βερέκι σον τούρκο το μουdούρη να ιδούνε πα ποίκουνε με 'τέ τη ναίκα (Ο κοινοτάρχης πήγε στον τούρκο έπαρχο να δούνε τι θα κάνουνε με αυτή την γυναίκα) Σατ. -Παπαδ.
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026