μουζεβιρλατίζω
(ρ.)
μουζεβιρλατίζου
[muzevirlaˈtizu]
Φάρασ.
μιζαβουρλατίζω
[mizavurlaˈtizo]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ρ. müzevirlemek = γίνομαι σπιούνος, καταδίδω.
Προδίδω, καταδίδω.
Συνών.
γιολαντίζω :1
Τροποποιήθηκε: 26/10/2025