ποφτάρι
(ουσ. ουδ.)
ποφτάρ'
[pofˈtar]
κ.α., Σινασσ.
Πιθ. από το μεσν. ουσ. ἐπιρριπτάριον = α) μανδύας β) κεφαλόδεσμος, μαντήλι. Για την λ. βλ. Αρχέλαος (1899: 67).
1. Είδος γυναικείου παπουτσιού
2. Είδος γυναικείου κεφαλόδεσμου
Σινασσ.
Τροποποιήθηκε: 31/12/2025