ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πουττί (ουσ. ουδ.) πουττ͑ί [puˈtʰi] Αξ. Μεσν. ουσ. πουττί, το οπ. από το πρώιμ. μεσν. ουσ. βύττος = αιδοίο (πβ. Ἡσύχ. Β 1353 «βύττος· γυναικὸς αἰδοῖον») και το υποκορ. επίθμ. -ιον > -ι. Εσφαλμένη η σύνδεση της λ. με το ιταλ./βενετ. ουσ. putta = κορίτσι (Λεξ. Κριαρ.). Πβ. και ν.ε. διαλεκτ. βούτος ‘γυναικείο αιδοίο ’(Αιτωλ.) το οποίο λανθασμένα έχει συμπεριληφθεί στο λήμμα βούτος (< βουτώ υποχωρ.) του ΙΛΝΕ.
Τροποποιήθηκε: 15/09/2025