τσιλίκα
(ουσ. θηλ.)
τσιλίκα
[tsiˈlika]
Αξ., Μισθ.
τσ̑ιλίκα
[tʃiˈlika]
Ανακ., Αξ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. çil(l)ik (< παλ. αρμεν. cilik 'κλειτορίδα') = αιδοίο. Κατά τον Καραποτόσογλου (2003: 216), από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. çültü = γυναικείο αιδοίο.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025