πιτίκα
(ουσ. θηλ.)
πιτ͑ίκα
[piˈtʰika]
Ανακ.
πιτίχα
[piˈtixa]
Σινασσ.
πουρτίκα
[purˈtika]
Μισθ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. pitik = αιδοίο.
Πβ.
πουττί
Τροποποιήθηκε: 23/02/2026