πιτίκα ( ουσ. θηλ.
)
πιτ͑ίκα
[piˈtʰika]
Ανακ.
πιτίχα
[piˈtixa]
Σινασσ.
πουρτίκα
[purˈtika]
Μισθ.
...
πιτόβραδο
(ουσ. ουδ.)
'πιτόβραδο
[piˈtovraðo]
Φάρασ.
Πληθ.
’πιτόβραδα
[piˈtovraða]
Φάρασ., Φκόσ.
Αγν. ετύμ., πιθ. από την φρ. επί το βράδυ.
Τροποποιήθηκε: 19/02/2025