ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πιτόβραδο (ουσ. ουδ.) 'πιτόβραδο [piˈtovraðo] Φάρασ. Πληθ. ’πιτόβραδα [piˈtovraða] Φάρασ., Φκόσ. Αγν. ετύμ., πιθ. από την φρ. επί το βράδυ.
Αργά το απόγευμα ή βράδυ : Τραγουδάνκανε, χορεύκαν 'ς ως τα ’πιτόβραδα (Τραγούδαγαν, χόρευαν ως αργά το βράδυ) Φάρασ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Γιάdε τα ’πιτόβραδα (Έλα το βράδυ) Φάρασ. -Dawk. Συνών. αργά, αργακεί, ικιντί :1, σπέρα, χατρά
Τροποποιήθηκε: 19/02/2025