πισώνω
(ρ.)
πισώνω
[piˈsono]
Σινασσ.
Από το επίθ. πίσι = βρώμικος και το παραγωγ. επίθμ. -ώνω.
Αποπατώ
Συνών.
μαγαρίζω :2, χέζω :1
Τροποποιήθηκε: 27/07/2026