πιστόμι
(ουσ. ουδ.)
πιστόμι
[piʹstomi]
Σινασσ.
πιστόμ’
[piˈstom]
Ανακ., Αξ., Αραβαν., Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ.
πιστόμια
[piˈstomɲa]
Ανακ., Αξ., Αραβαν., Μαλακ., Σινασσ.
Από το μεσν. επίθ. ἐπιστόμιος = αυτός που καλύπτει κάτι, με ουσιαστ. του ουδ. τύπ. ἐπιστόμιον > ἐπιστομιν > ’πιστόμ’.
Το κάλυμμα του ταντουριού, το πέτρινο ή χειροποίητο πήλινο στεφάνι που έβαζαν στο επάνω μέρος του ταντουριού για να μην τρώγονται τα χείλη
ό.π.τ.
:
π͑ιστόμ’ του τουνdούρ’
(Tο στόμιο του τουντουριού)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Τροποποιήθηκε: 27/07/2026