ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πιστόμι (ουσ. ουδ.) πιστόμι [piʹstomi] Σινασσ. πιστόμ’ [piˈstom] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Μαλακ., Μισθ., Ουλαγ. πιστόμια [piˈstomɲa] Ανακ., Αξ., Αραβαν., Μαλακ., Σινασσ. Από το μεσν. επίθ. ἐπιστόμιος = αυτός που καλύπτει κάτι, με ουσιαστ. του ουδ. τύπ. ἐπιστόμιον > ἐπιστομιν > ’πιστόμ’.
Το κάλυμμα του ταντουριού, το πέτρινο ή χειροποίητο πήλινο στεφάνι που έβαζαν στο επάνω μέρος του ταντουριού για να μην τρώγονται τα χείλη ό.π.τ. : π͑ιστόμ’ του τουνdούρ’ (Tο στόμιο του τουντουριού) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ.
Τροποποιήθηκε: 27/07/2026