τσίλημα
(ουσ. ουδ.)
τσίλημα
[ˈtsilima]
Μισθ.
Μεσν. ουσ. τσίλημα, το οπ. από το ρ. τσιλώ και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Τροποποιήθηκε: 20/04/2026