τσίλημα
(ουσ. ουδ.)
τσίλημα
[ˈtsilima]
Μισθ.
Από το θ. αορ. του ρ. τσιλώ (τσιλη-) και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025