πουσλούχ
(ουσ. ουδ.)
πουσλούχ
[pusˈlux]
Μισθ., Τροχ.
π͑ουσλούχ
[pʰusˈlux]
Ανακ., Μισθ.
Από το παλαιότ. τουρκ. ουσ. pusluk = α) ομίχλη β) αχλύς, θολούρα γ) οφθαλμαπάτη.
Ομίχλη
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025