πούσι (II)
(ουσ. ουδ.)
π͑ούσι
[ˈpʰusi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. püs = α) ρετσίνι δέντρων (Redhouse) β) γύρη (THADS, λ. püs IV)
Ο σπόρος του γαϊδουράγκαθου που πετάει στον αέρα
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 31/12/2025