ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πουρτσούκι (ουσ. ουδ.) Πληθ. πουρτσούκια [purˈtsuca] Σινασσ. Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. pürçek = α) τούφα, μαλλιών που κρέμεται στο μέτωπο, αφέλεια β) φύλλο γ) ινώδεις ρίζες φυτού, όπου και τύπ. pürçük (TS, λ. pürçek).
Τσουλούφι, φράντζα : Να σιγατήσεις τα πουρτσούκια σ’ (Να χαϊδέψεις τα τσουλούφια σου) Σινασσ. -Βλασ. Συνών. κεκίλι :1, μπερτσέμι
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026