πουρτσούκι
(ουσ. ουδ.)
Πληθ.
πουρτσούκια
[purˈtsuca]
Σινασσ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. pürçek = α) τούφα, μαλλιών που κρέμεται στο μέτωπο, αφέλεια β) φύλλο γ) ινώδεις ρίζες φυτού, όπου και τύπ. pürçük (TS, λ. pürçek).
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026